Translate

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Λευκάνθεμο το Μέγιστο (Leucanthemum maximum) και Μαργαρίτα Sashta (Chrysanthemum maximum)






  Το Λευκάνθεμο το μέγιστο είναι ένα ανθοφόρο φυτό της οικογένειας Aster το οποίο είναι γνωστό και ως max χρυσάνθεμο . Είναι εγγενές φυτό στην Γαλλία και την Ισπανία , αλλά μπορεί να βρεθεί ως άγριο ​​και σε άλλα μέρη του κόσμου ως ένα εισαγόμενο είδος ή έχοντας διαφύγει από κάποιο κήπο . Είναι μια ριζωματώδεις πολυετής πόα η οποία φτάνει τα 30 έως 70 εκατοστά ύψος με πολλά μεγάλα οδοντωτά φύλλα γύρω από τη βάση του βλαστού πάνω στο φτερωτό μίσχο . Υπάρχουν μικρότερα λόγχο-διαμορφωμένα φύλλα εναλλάξ τοποθετημένα κατά μήκος του στελέχους. Η ταξιανθία είναι γενικά μια μεγάλη, με μονό κεφαλωτό λουλούδι που μπορεί να υπερβαίνει τα 8 εκατοστά σε διάμετρο. Το άνθος περιβάλεται απο 20 με 30 λευκά ακτινωτά ανθύλλια γύρω από ένα κέντρο πολλών πυκνά συσκευασμένα κίτρινο ανθυλλίων σε διάταξη δίσκου.
 


Η αλλιώς επονομαζόμενη και Shasta μαργαρίτα είναι μια δημιουργία του φυτοκαλλιέργιτη Luther Burbank, ο οποίος για 15 χρόνια διασταυρώνει άγρια ​​είδη χρυσάνθεμων από διάφορα μέρη του κόσμου για να παράγουν αυτό το σύγχρονο στυλοβάτης του πολυετή κήπου. ένα από τα είδη που χρησιμοποίησε στις διασταυρώσεις του ήταν και το συγκεκριμένο άγριο Λαυκάνθεμο. Οι Sashta μαργαρίτες κυμαίνονται σε ύψος από 1 έως 3 μέτρα ύψος και θα ανθίσει κάποια στιγμή από τα μέσα του καλοκαιριού έως και τα μέσα φθινοπώρου. To συνώνυμο βοτανικό της όνομα είναι Leucanthemum superbum x και ενώ παλαιότερα κατατάσσονταν στο γένος Chrysanthemum (Chrysanthemum maximum), οι μαργαρίτες μεταφέρθηκαν στο δικό του γένους, το Leucanthemum, επειδή στερούνται μερικά χαρακτηριστικά της αληθινής χρυσάνθεμα. Είναι λουλούδι το οποίο προσελκύει εύκολα μέλισσες, πουλιά και πεταλούδες.

  Οι μαργαρίτες Shasta χαρακτηρίζονται από μια ξεχωριστή μυρωδιά που ορισμένοι βρίσκουν δυσάρεστη, γεγονός που τις καθιστά ασυνήθιστες, ανάμεσα σε άλλα λουλούδια.     Ορισμένα μέλη του γένους θεωρούνται επιβλαβή ζιζάνια , αλλά η Shasta μαργαρίτα παραμένει ένα από τα αγαπημένα φυτά για τον κήπο και για εδαφοκάλυψη. Αρέσκεστε σε κλιματικές συνθήκες των ζωνών 4-10 καλά στις ζώνες 4-10 και σε δυνατόπλήρη ήλιο. Χρειάζονται ένα έδαφος που έχει εμπλουτιστεί με οργανικά υλικά και χρειαστεί άφθονο πότισμα κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου και καλή αποστράγγιση, ενώ το χειμώνα πέφτει σε νάρκη. Φυτεύουμε σε αποστάσεις 20 έως 25 εκατοστά.
   
  
Η αναπαραγωγή τους γίνεται είτε με σπόρο, είτε με διαχωρισμό του ριζικού συστήματος. Αναπτύσσεται καλά σε εδάφη με PH από 6.1 (ελαφρώς όξινα) έως και 7.8 (ελαφρώς 
αλκαλικά)


Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ιπποφαές (Hippophae L.)


 




  Το Ιπποφαές (Hippophae L.) είναι φυλλοβόλος θάμνος που ανήκει στην οικογένεια των Ελαιαγνοειδών. Η κοινή ονομασία στα αγγλικά sea-buckthorn, γράφεται με ενωτικό (-) για να μην συγχέεται με το buckthorn, που αποτελεί κοινή ονομασία του φυτού ράμνος (λευκαγκαθιά) (Rhamnus, οικογένεια Ραμνοειδή (Rhamnaceae). Επίσης, απαντάται και με τις ακόλουθες κοινές ονομασίες στην αγγλική γλώσσα "sea buckthorn", seabuckthorn, sallow thorn, sandthorn or seaberry. (Γερμανικά: Sanddorn, Ιταλικά: Olivella spinosa, Γαλλικά: Grisset, Ισπανικά: Espino falso)


Βοτανική περιγραφή

  Υπάρχουν 6 είδη και 12 υποείδη αυτόχθονα σε μια ευρεία περιοχή της Ευρώπης και της Ασίας, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής Λαντάκ (Ladakh, Ινδία), όπου χρησιμοποιείται για παραγωγή χυμού. Πάνω από το 90% ή περίπου 1.5 εκατομμύρια εκτάρια των παγκόσμιων πηγών του Ιπποφαούς, εντοπίζονται στην Κίνα, όπου γίνεται η εκμετάλλευσή του με σκοπο τον έλεγχο των απωλειών νερού και της διάβρωσης του εδάφους. Ο θάμνος φθάνει σε ύψος 0.5–6 m, σπάνια έως τα 10 m στην κεντρική Ασία και συνήθως αναπτύσσεται σε ξηρές και αμμώδεις περιοχές. Είναι ανθεκτικό σε αλατούχες συνθήκες είτε δια του αέρα είτε δια του εδάφους, αλλά έχει μεγάλη απαίτηση σε πλούσια ηλιοφάνεια για την καλή ανάπτυξή του και δεν ανέχεται σκιερές συνθήκες δίπλα σε μεγαλύτερα δέντρα.




  Το κοινό είδος Ιπποφαές το ραμνοειδές (Hippophae rhamnoides) είναι μακράν το πιο διαδεμένο, με ένα ευρύ φάσμα εξάπλωσης από τις Ατλαντικές ακτές της Ευρώπης έως τη βορειοδυτική Κίνα. Στη δυτική Ευρώπη, είναι σε μεγάλο βαθμό περιορισμένο σε παράκτιες περιοχές, όπου τα αλατούχα υδροσταγονίδια της θάλασσας εμποδίζουν άλλα μεγαλύτερα φυτά να το ανταγωνιστούν, ενώ στην κεντρική Ασία είναι πιο διαδεμένο σε ξηρές ημι-ερημώδεις περιοχές, όπου άλλα φυτά δε μπορούν να επιβιώσουν σε ξηρές συνθήκες· επίσης εμφανίζεται στην κεντρική Ευρώπη και Ασία ως υπο-αλπικός θάμνος πάνω από τη δεντρο-γραμμή στα βουνά και σε άλλες ηλιόλουστες περιοχές όπως οι όχθες των ποταμών.
Το κοινό ιπποφαές έχει πυκνά, σκληρά και πολύ ακανθώδη κλαδιά. Τα φύλλα είναι ανοιχτόχρωμα αργυρο-πράσινα, λογχοειδή, μήκους 3–8 cm και πλάτους λιγότερο από 7 mm. Είναι δίοικο φυτό, με ξεχωριστά αρσενικά και θηλυκά φυτά. Το αρσενικό παράγει καφέ άνθη, τα οποία παράγουν γύρη προς γονιμοποίηση με τη βοήθεια του αέρα (ανεμόφιλο ή ανεμόγαμο φυτό).

Καρποί και φύλλα 

  Τα θηλυκά φυτά παράγουν πορτοκαλοκίτρινους σαρκώδεις καρπούς με διάμετρο 6–9 mm, μαλακούς, χυμώδεις και πλούσιους σε έλαια. Οι καρποί αποτελούν μια σημαντική πηγή τροφής κατά τη χειμερινή περίοδο για τα πτηνά, κυρίως για τις κεδρότσιχλες (αγγλ. fieldfares).
Τα φύλλα τρώγονται από τις προνύμφες του παράκτιου είδους μικρο-πεταλούδας Eupithecia fraxinata, αλλά από προνύμφες και άλλων λεπιδόπτερων, συμπεριλαμβανομένων των ειδών Euproctis chrysorrhoea, Cosmia trapezina, Pavonia pavonia, Erannis defoliaria, Coleophora elaeagnisella.


  Το είδος Ιπποφαές το ιτεόφυλλον (Hippophae salicifolia) (αγγλ. willow-leaved sea-buckthorn) περιορίζεται στην περιοχή των Ιμαλαΐων, νότια του κοινού ιπποφαούς, αναπτύσσεται σε μεγάλο υψόμετρο σε ξηρές κοιλάδες· διαφέρει από το H. rhamnoides σε φάρδος (10 mm), πρασινότερα (λιγότερο αργυρόχρωμα) φύλλα και κίτρινους καρπούς. Μια άγρια παραλλαγή του φυτού απαντάται στη ίδια περιοχή, αλλά σε ακόμα μεγαλύτερο υψόμετρο στην αλπική ζώνη. Είναι χαμηλός θάμνος που δε μεγαλώνει περισσότερο από 1 m σε ύψος κι έχει μικρά φύλλα μήκους 1-3 cm.

Καλλιέργεια

  Είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στις αντίξοες καιρικές συνθήκες και μπορεί να ανεχτεί θερμοκρασίες από – 40 έως +40 βαθμούς. Μπορεί να φυτευτεί ακόμα και σε άγονα, χαλικώδη εδάφη, αρκεί να μην είναι ξηρά ή να μην κατακλύζονται από λιμνάζοντα νερά. Σε αργιλοπηλώδη και εύφορα εδάφη δεν θα χρειαστεί σχεδόν καθόλου λίπανση. Έχει την τάση να πετάει πολλούς λαίμαργους βλαστούς και παραφυάδες, για αυτό χρειάζεται τακτικό κλάδεμα αραίωμα των βλαστών ώστε να μπορεί να διεισδύει το φως στο εσωτερικό της κόμης του. Το φυτό είναι δίοικο, δηλαδή υπάρχουν αρσενικά και θηλυκά φυτά. Η αναλογία είναι 1 αρσενικό φυτό για κάθε 7 θηλυκά φυτά.  Είναι φυτό ψυχανθές δηλαδή οι ρίζες του μπορούν να δεσμεύουν ατμοσφαιρικό άζωτο και να το μετατρέπουν σε εδαφικό. Οι αποστάσεις φυτεύσεις κυμαίνονται από 1-1,5 μέτρο μεταξύ δύο διαδοχικών φυτών, πάνω σε σειρές φύτευσης που απέχουν μεταξύ τους γύρω στα 5 μέτρα (δηλαδή περίπου 150-200 φυτά/ στρέμμα).



Διατροφική αξία

  Το ιπποφαές θεωρείται σύμφωνα με πολλές μελέτες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, είναι ένας σημαντικός σύμμαχος της υγείας μας Οι καρποί του ιπποφαούς είναι εδώδιμοι και θρεπτικοί, αν και πολύ όξινοι (στυπτικοί) και ελαιώδεις, δυσάρεστοι αν φαγωθούν ωμοί, εκτός κι αν "υπερ-ωριμάσουν" (παγώσουν ώστε να μειωθεί η στυπτικότητα) και/ή αν αναμειχθούν με γλυκύτερο χυμό από μήλο, σταφύλι κλπ.

  Οι βιταμίνες που περιέχονται στους καρπούς είναι σε ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση. Η βιταμίνη C, βρίσκεται σε συγκέντρωση 30 φορές μεγαλύτερη από εκείνη του πορτοκαλιού και 5 φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη του ακτινίδιου. Η περιεκτικότητά σε βιταμίνη Ε είναι πιο μεγάλη από εκείνη του σίτου και του αραβοσίτου. Τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, ω-3 και ω-6, κατέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό της περιεκτικότητας των σπόρων του σε έλαια, το οποίο φθάνει μέχρι το 75%, ενώ το έλαιο της σάρκας των καρπών του περιέχει μέχρι το 55% της περιεκτικότητας του παλμιτικό οξύ (ω-7).

      


  Οι καρποί του ιπποφαούς περιέχουν επίσης πολλές φυτοστερόλες, που ξεπερνούν κατά πολύ σε ποσότητα εκείνες του ελαίου της σόγιας. Οι ουσίες αυτές θεωρούνται ως ουσίες που προλαμβάνουν τις καρδιαγγειακές παθήσεις, ενώ τα φλαβονοειδή που περιέχει είναι πολύτιμες ουσίες που προστατεύουν τον οργανισμό από διάφορες άλλες ασθένειες.

  Όταν οι καρποί πολτοποιηθούν, ο χυμός που προκύπτει διαχωρίζεται σε τρία στρώματα: πάνω-πάνω ένα λεπτό, πορτοκαλί καϊμάκι· στη μέση, ένα στρώμα που περιέχει, τα χαρακτηριστικά για το ιπποφαές, υψηλής συγκέντρωσης κεκορεσμένα και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα· και το κατώτερο στρώμα που είναι ίζημα και χυμός.Περιέχει λίπη που χρησιμοποιούνται για καλλυντικούς σκοπούς, τα δύο ανώτερα στρώματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κρέμες και αλοιφές, ενώ το κατώτερο στρώμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εδώδιμο προϊόν, όπως το σιρόπι.


  Οι θρεπτικές ουσίες και τα φυτοχημικά συστατικά των καρπών του ιπποφαούς έχουν θετική επίδραση έναντι των φλεγμονών, του καρκίνου ή άλλων ασθενειών, αν και ακόμα δεν έχει αποδειχθεί κανένα όφελος για τους ανθρώπους από κλινικές μελέτες.





  Άλλωστε η χρήση του ιπποφαούς στην αρχαιότητα ήταν πολύ διαδεδομένη. Σχετικές αναφορές υπάρχουν σε κείμενα του Θεόφραστου, μαθητή του Αριστοτέλη, αλλά κυρίως του Διοσκουρίδη, του πατέρα της φαρμακολογίας. 


  Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, εξασφάλιζε ενέργεια και αντοχή στα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ενώ το φύλλωμα του θάμνου έδινε δύναμη και ταχύτητα στο ιππικό του Μακεδόνα στρατηλάτη. Λέγεται, μάλιστα, πως πήρε το όνομά του από τις λέξεις ίππος (άλογο) και φάος (φως, λάμψη), γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο.

  Στη Μογγολία, χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες ως άριστο τονωτικό. Ο θρύλος λέει ότι ο Τζένγκις Χαν και ο στρατός του έπιναν χυμό από ιπποφαές, προκειμένου να αυξήσουν την αντοχή τους και να επιταχύνουν τη θεραπεία των πληγών τους.







Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Κινόα (Chenopodium quinoa)


 Quinoa, ισπανικά : quinua , από Quechua : kinwa ), ένα είδος goosefoot ( Chenopodium ), είναι ένα είδος θάμνου οποίος καλλιεργείτε κυρίως για τους βρώσιμους του σπόρους . Είναι ένα ψευδοδημιτριακό, διότι δεν είναι ένα μέλος της οικογένειας της χλόης . Ως χηνοπόδι, το quinoa είναι στενά συνδεδεμένο με είδη, όπως τα τεύτλα , το σπανάκι , και τα tumbleweeds





  Quinoa (το όνομα προέρχεται από την ισπανική ορθογραφία των Κέτσουα στην οποία λέγετε kinwa ή περιστασιακά "Qin-wah") προέρχεται από την περιοχή των  Άνδεων του Εκουαδόρ , τη Βολιβία , την Κολομβία και το Περού , όπου επιτυχημένα εισήλθαν στην οικία των ανθρώπων 3.000 έως 4.000 χρόνια πριν, με σκοπό την κατανάλωση από τον άνθρωπο , αν και αρχαιολογικά στοιχεία δείχνουν χρήση του εξω-οικιακά και χρήση του στην ποιμενική κτηνοτροφία περίπου 5.200 έως 7.000 χρόνια πριν.






 Παρόμοια είδη Chenopodium, όπως το 'pitseed goosefoot' ( Chenopodium berlandieri ) και το 'chicken fat' ( Chenopodium album ), αναπτύχθηκαν και εισήχθησαν στις οικίες στη Βόρεια Αμερική ως μέρος του Ανατολικού Αγροτικού συμπλέγματος πριν ο αραβόσιτος γίνει δημοφιλής. Το Chenopodium album, το οποίο έχει μια ευρέως διαδεδομένη διανομή στο Βόρειο Ημισφαίριο , παράγει σπόρους και τα βρώσιμα χόρτα σαν το quinoa, αλλά σε μικρότερες ποσότητες.



 Το Quinoa είναι ένα δικοτυλήδονο , ετήσιο φυτό συνήθως με περίπου 1-2 μέτρα ύψος. Διαθέτει ευρεία, γενικά εφηβικά, λείο (σπάνια) και λοβωτά φύλλα τα οποία είναι συνήθως τοποθετημένα εναλλάξ. Το ξυλώδες κεντρικό στέλεχος είναι διακλαδισμένο ή μη διακλαδισμένο, ανάλογα με την ποικιλία και μπορεί να είναι πράσινο, κόκκινο ή μοβ. Οι ανθήλες προκύπτουν είτε από την κορυφή του φυτού ή από μασχάλες επί του στελέχους. Οι ανθήλες έχουν έναν κεντρικό άξονα από το οποίο προκύπτει δευτερεύονονας είτε με λουλούδια (amaranthiform), ή φέρουν ένα τριτοβάθμιο άξονα που στον οποίο φέρουν τα λουλούδια (glomeruliform). Τα λουλούδια έχουν ένα απλό περιάνθιο και γενικά είναι διγάμη και αυτό-γονιμοποιούμενα. Οι καρποί είναι περίπου 2 mm σε διάμετρο και από διάφορα χρώματα - από λευκό σε κόκκινο ή μαύρο, ανάλογα με την ποικιλία.

  Η θρεπτική σύνθεση είναι πολύ καλή σε σχέση με τα κοινά δημητριακά. Οι σπόροι του Κινόα περιέχουν ουσιώδη αμινοξέα όπως η λυσίνη και καλές ποσότητες ασβεστίου, φωσφόρου και σιδήρου. Μετά τη συγκομιδή, οι κόκκοι θα πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία για την απομάκρυνση της επικάλυψης που περιέχει τις πικρής γεύσεως σαπωνίνες . Το Κινοα γενικά μαγειρεύετε με τον ίδιο τρόπο όπως το ρύζι και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ένα ευρύ φάσμα πιάτων. Τα φύλλα Επίσης τρώγεται ως φυλλώδες λαχανικό , σαν αμάραντος , αλλά η εμπορική διαθεσιμότητα των χόρτων quinoa είναι περιορισμένη.



  Tο κινόα προσφέρει όλα τα απαραίτητα αμινοξέα, βιταμίνες Β1, Β2, Β3, Β6, Β9, είναι γεμάτο σε μεταλλικά ιχνοστοιχεία, όπως ασβέστιο, σίδηρο, μαγνήσιο, κάλιο, νάτριο, ψευδάργυρο, χαλκό και μαγγάνιο και έχει ιδιαίτερα υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, μεταξύ 14-16%, (όταν εξαιρέσουμε το νερό που περιέχει). Επιπλέον, περιέχει ωμέγα-3 λιπαρά, τα οποία είναι ιδιαίτερα ωφέλιμα για την καρδιά.






  Το φυτό ευδοκιμεί εύκολα στις ελληνικές εδαφοκλιματικές συνθήκες καθώς είναι ανθεκτικό στην ξηρασία και την αλατότητα και εκτός από ένα σκάλισμα στα πρώτα στάδια δεν χρειάζεται άλλη φροντίδα για να αποφύγει τα αγριόχορτα. Το φυτό εκκρίνει κάποιες ουσίες κοντά στη ρίζα που εμποδίζουν την ανάπτυξη ζιζανίων. Το Κινόα εξυγιαίνει το έδαφος από τα νιτρικά καθώς διαθέτει βαθύ ριζικό σύστημα που τα απορροφά πριν φτάσουν στα υπόγεια νερά. Φυτεύεται τον Απρίλιο και η συγκομιδή γίνεται τον Αύγουστο. Η απόδοση είναι 200 κιλά το στρέμμα. Υπολογίζοντας ως τιμή τα 3 – 4 ευρώ το κιλό (αυτή τη στιγμή η τιμή εισαγωγής στην Ευρώπη είναι 10 – 12 ευρώ το κιλό ) το εισόδημα για τον παραγωγό θα είναι περίπου 600 ευρώ το στρέμμα




Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Goji Berry (Λυκόμουρο ή Μουρο της Ευτυχίας)



Βοτανική Περiγραφή

 Το Λυκόμουρο ή πιο ευρέος γνωστό ως Μούρο Γκοτζι, είναι ο καρπός που προέρχεται από 2 είδη της οικογένειας Solanaceae το Lycium barbarum και το Lycium chinense.
Τα λυκόμουρα είναι φυλλοβόλα ξυλώδη πολυετή φυτά , τα οποία φτάνουν τα 1-3 μέτρα ύψος. Το L. chinense καλλιεργείται στο νότιο τμήμα της Κίνας και τείνει να είναι κάπως μικρότερο, ενώ το L. barbarum καλλιεργείται στα βόρεια, κυρίως στην Αυτόνομη Περιφέρεια Ningxia Hui , και τείνει να είναι κάπως ψηλότερο.








   Τα φύλλα είναι λογχοειδή και φύονται σε δέσμες των τριών ή εναλλάξ. Οι διαστάσεις των φύλλων είναι 3χ7εκ. Τα άνθη είναι χρώματος μοβ. Η εποχή ανθοφορία εξαρτάται από το κλίμα τις κάθε περιοχής. Στην Ελλάδα γίνεται τέλη Μαΐου.










Φρούτα

  Αυτό το είδος παράγει ένα λαμπρό πορτοκαλο-κόκκινο, ελλειψοειδές μούρο μεγέθους 1-2-cm . Ο αριθμός των σπόρων σε κάθε μούρο ποικίλει σε μεγάλο βαθμό βασίζεται στην ποικιλία και το μέγεθος καρπών, που περιέχει οπουδήποτε μεταξύ 10-60 μικροσκοπικούς κίτρινους σπόρους που είναι συμπιεσμένοι με ένα καμπύλο έμβρυο. Τα μούρα ωριμάζουν από τον Ιούλιο έως Οκτώβριο στο βόρειο ημισφαίριο .

  Το φυτό είναι γνωστό εδώ και αιώνες στην Κίνα και στην περιοχή του Θιβέτ. Στην Κίνα αναφέρεται στις λαϊκές παραδόσεις από το 2.800 π. Χ. Χρησιμοποιείται στην κινεζική ιατρική για τις ευεργετικές του ιδιότητες όσον αφορά την τόνωση της λειτουργίας του ήπατος και των νεφρών.
Η σύγχρονη ιατρική έχει αποφανθεί ότι το λυκόμουρο αποτελεί μια βόμβα αντιοξειδωτικών, προσφέροντας προστασία από καρδιακές και καρκινικές παθήσεις ενώ ταυτόχρονα μειώνει τα επίπεδα του στρες. Περιέχει 12 φορές περισσότερες αντιοξειδωτικές μονάδες από το βατόμουρο, αμινοξέα, ζεανθίνη, β-καροτίνη, βιταμίνη Ε και 450 φορές περισσότερη βιταμίνη C από το πορτοκάλι.







Καλλιέργεια

  Το φυτό μπορεί να καλλιεργηθεί σε όλα σχεδόν τα εδάφη, αρκεί να μην νεροκρατούν. Η παραγωγή είναι καλύτερη σε εδάφη με αυξημένη οργανική ουσία. Το φυτό είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στις κλιματικές συνθήκες. Η βιβλιογραφία αναφέρει ότι το ανεκτικό εύρος θερμοκρασιών είναι από -20 έως +40 βαθμούς Κελσίου. Τα φυτά φυτεύονται αργά το χειμώνα ή νωρίς το χειμώνα και μπορούν να καρποφορήσουν αρκετά από το 2ο έτος. Οι αποστάσεις φύτευσης είναι 2 μέτρα μεταξύ των φυτών και 3 μέτρα μεταξύ των γραμμών.

  Οι απαιτήσεις του Goji σε νερό είναι ελάχιστες. Χαρακτηριστικά αρκούν 3-4 αρδεύσεις το καλοκαίρι για μία καλή παραγωγή.

  Γενικά τα φυτά της οικογένειας Solanaceae (π.χ Καπνός, Τοματίλο, Ντάτουρα, Μανδραγόρας) είναι αρκετά ευπαθή είδη. Δεν είναι όμως επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι και το Goji είναι το ίδιο ευπαθές και δεν υπάρχει σαφή βιβλιογραφία για τις ασθένειες του φυτού στην Ελλάδα. Στο εξωτερικό έχει αναφερθεί ένα σημαντικός εχθρός, το άκαρι Aceria kuko. Το συγκεκριμένο αρθρόποδο έχει εμφανιστεί σε πολλές χώρες, το σημαντικότερο σύμπτωμα που παρουσιάζεται μετά την προσβολή από το άκαρι αυτό είναι η δημιουργία κάλων στα φύλλα του φυτού


  Ο πολλαπλασιασμός του φυτού γίνεται κυρίως με μοσχεύματα και σπόρους. Το κλάδεμα του φυτού γίνεται το χειμώνα και σκοπό έχει τη διατήρηση ενός κυπελλοειδούς σχήματος ύψους 2 μέτρα. Ένα νεαρό φυτό Goji μπορείτε να δείτε στην εικόνα κάτω.


 Το σημαντικότερο πρόβλημα στην καλλιέργεια του γκότζι είναι η συγκομιδή. Ο καρπός είναι εξαιρετικά ευπαθείς. Η συγκομιδή του προϊόντος δεν γίνεται με το χέρι γιατί τότε ο καρπός οξειδώνεται και αλλάζει χρώμα από κόκκινο-πορτοκαλί σε σκούρο μοβ ή και μαύρο. Η συγκομιδή γίνεται με δόνηση του φυτού με το χέρι και πτώση των καρπών επάνω σε ύφασμα. Οι καρποί πρέπει να αποξηρανθούν αμέσως υπό σκιάν για να διατηρήσουν τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά τους. Ωστόσο μπορούν να πωληθούν και νωποί τις πρώτες ημέρες από τι συγκομιδή τους. Επί προσθέτως από τον καρπό παράγονται χυμοί, τσάι και προϊόντα περιποίησης.



  Η συγκομιδή γίνεται πριν τους πρώτους παγετούς του φθινοπώρου. Ωστόσο οι καρποί ωριμάζουν αρκετά νωρίτερα, υπάρχουν ποικιλίες που ωριμάζουν τον Αύγουστο. Το δένδρο το καλοκαίρι θα φέρει άνθη, ώριμους και άγουρους καρπούς ταυτόχρονα. Ουσιαστικά από τον Ιούλιο μέχρι και τις πρώτες παγωνιές του χειμώνα θα παράγει νέους καρπούς. Δεν γνωρίζουμε επακριβώς πόση θα είναι η παραγωγή ανά στρέμμα υπό τις ελληνικές συνθήκες, αλλά πιστεύω ότι ο 1 τόννος το στρέμμα είναι εφικτός.

   Η καλλιέργεια του γκότζι είναι αρκετά εύκολη, αν εξαιρέσουμε την συγκομιδή. Η μεταποίηση του προϊόντος μπορεί να γίνει και από τον παραγωγό. Ειδικότερα μπορεί να γίνει φυσική αποξήρανση η οποία θα αποδώσει ένα τελικό προϊόν(1).


(1) πηγή agro-help.com